Βγαίνοντας από τη σπηλιά…

Ωστόσο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή μας, όταν νομίζουμε πως μας τα έχουν πάρει σβάρνα όλα και τελικά βλέπουμε πως όλο και κάτι μας απέμεινε, έτσι κι εδώ κάποια διάσπαρτα κομμάτια, μερικά βρομισμέν κουρέλια, μερικά απομεινάρια υλικών για κατάλυμα, κάποιες σκουριασμένες κονσέρβες, μερικές σάπιες σανίδες, ένα πλαστικό που το πηγαινοφέρνει ο αέρας, μας δείχνουν πως ο χώρος αυτό προηγουμένως ή κατειλημμένος από τις συνοικίες των αποκλεισμένων.

«Η σπηλιά», Ζοζέ Σαραμάγκου

Πάντα κάτι μένει. Δε γίνεται σκόνη η ζωή των ανθρώπων. Ακόμα κι οι πυρηνικές εκρήξεις άφησαν πίσω τους – σπαράγματα, απολειφάδια στα οποία τρόμαζες να αναγνωρίσεις την πάλαι ποτέ ανθρώπινή τους υπόσταση – μα άφησαν, κάτι.

Δική μας δουλειά να ξεδιαλέξουμε τα συντρίμια με περίσκεψη και στοχασμό κάθε φορά. Τη νοήμονα υπεροχή του ανθρώπου δε μας έδωσε καμιά γενιά το ελεύθερο να την εγκαταλείψουμε στην ανυπαρξία. Αιώνες ολόκληρους οι ανθρωπότητα χτίζεται, γκρεμίζεται και χτίζεται και πάλι μέσα από τα χαλάσματα. Έχει αυτό το χάρισμα από τη Φύση ο άνθρωπος: την καταστροφή να την κάνει υλικό στη δημιουργία.

Κι είναι μεγάλη ευθύνη τί θα ξεδιαλέξεις. Γιατί ό, τι νέο κι αν πλάσεις θα ξεχωρίζει πάντα μέσα του το παλιό. Κι αν ακόμα κάνει κάποιος πως δεν το βλέπει, η συλλογική μνήμη – αυτή η ανεξίτηλη βιβλιοθήκη βιωμένης εμπειρίας – θα μπορεί πάντα να το αναγνωρίζει. Ό, τι φτιάξουμε θα είναι ακόμα μια προσθήκη στο καταστάλαγμα αυτό κι αν η προσθήκη θα είναι βαρίδι ή μηχανή που θα σε σπρώξει λιγάκι πιο ψηλά, η διαλογή θα το κρίνει.

Τί θα ‘ναι, λοιπόν; Μια θλιβερή συρραφή από σκουπίδια και κουρέλια, το συνοθύλευμα άχρηστων υλικών που θα φέρει το στίγμα της καταστροφής, την κατάρα της φαυλότητας που έχουμε ήδη βιώσει, σα να βαδίζαμε αιώνες γύρω από ένα γαϊτανάκι της συμφοράς; Ή το θαρραλέο βήμα για κάτι ολότελα νέο, σε ένα ταξίδι με μόνα εφόδια την πείρα, τη βιωμένη γνώση και όλα τα σπουδαία εργαλεία που φύλαξε για μας η αιωνόβια πορεία του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο;

Όταν σου ξανασερβίρουν τη σαπίλα γαρνιρισμένη με μαϊντανό δε μπορείς να κλείνεις τα μάτια και να καταπίνεις γκουρμέ αυταπάτες. Οι γενιές που μυρικάζουν σπαράγματα θα ‘ναι πάντα καταδικασμένες να γνωρίζουν πείνα (υλική και πνευματική) χειρότερη από αυτή που έζησαν οι προηγούμενοι. Μεγαλύτερη νοστιμιά από το, αδέξιο έστω, μαγείρεμα που ‘ναι ολότελα δικό σου, με μορφή και χρώμα διακριτά, με γεύση φρέσκια, δεν υπάρχει. Κι αν είναι και κομμάτι δύσκολο στο μάσημα, ξέρεις πάντα ότι είναι στο χέρι σου – στο δικό σου μόνο, κι όχι σε κάποιου κατεργάρη μάγειρα – να το κάνεις καλύτερο.

Όταν, λοιπόν, βλέπουμε πως μας τα έχουν πάρει σβάρνα όλα δε μένει πάρα να πάρουμε σβάρνα τα συντρίμια και να ξεδιαλέξουμε μονάχα ό, τι χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε μια άλλη κοινωνία, ξορκίζοντας μια και καλή τα σκουπίδια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s